Κατόπιν νέων δημοσιευμένων δεδομένων από δανέζικη μελέτη πληθυσμού (JAMA Network Open. 2025), δεν τεκμηριώνεται αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης νευροαναπτυξιακών διαταραχών σε τέκνα ανδρών που έλαβαν βαλπροϊκό οξύ κατά την περίοδο της σπερματογένεσης. Η μελέτη ανέλυσε δεδομένα από 1.180.308 παιδιά που γεννήθηκαν στη Δανία μεταξύ 1997 και 2017. Δεν βρέθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ της λήψης βαλπροϊκού και αυξημένου κινδύνου για αυτισμό, ΔΕΠΥ ή άλλες αναπτυξιακές διαταραχές συγκριτικά με λαμοτριγίνη ή λεβετιρακετάμη, είτε σε γενικό πληθυσμό είτε σε υποομάδες με επιληψία.
Η αρχική σύσταση του EMA τον Ιανουάριο 2024 για λήψη αντισύλληψης και περιορισμούς στη συνταγογράφηση του βαλπροϊκού σε άνδρες κάτω των 55 ετών βασίστηκε σε μελέτη (IQVIA) της οποίας τα ευρήματα δεν επιβεβαιώθηκαν. Οι επαναξιολογήσεις της μεθοδολογίας και των πληθυσμών της IQVIA δεν τεκμηρίωσαν αυξημένο κίνδυνο. Μόνο σε περιορισμένες υποομάδες ανδρών με επιληψία άγνωστης αιτιολογίας παρατηρήθηκε στατιστικά οριακή αύξηση κινδύνου, χωρίς ωστόσο επαναληψιμότητα όταν τα αποτελέσματα σταθμίστηκαν κατά έτος γέννησης.
Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, δεν υπάρχει τεκμηριωμένη βάση για γενικό περιορισμό ή αποφυγή χρήσης βαλπροϊκού οξέος σε άνδρες αναπαραγωγικής ηλικίας από πλευράς κινδύνου για την ψυχονοητική ανάπτυξη απογόνων. Συνεχίζουν βέβαια ακόμα να ισχύουν οι περιοριστικές συστάσεις από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων. Η απόφαση για συνέχιση ή έναρξη θεραπείας θα πρέπει να βασίζεται στην κλινική ανάγκη, την ανταπόκριση σε άλλα φάρμακα και το συνολικό προφίλ ασφαλείας του ασθενούς.
Η αγωγή δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να διακόπτεται χωρίς ιατρική οδηγία αλλά να συζητούνται όλα τα νεότερα δεδομένα με τον θεράποντα ιατρό.